|
|

ΟΙΚΟΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ
| 7. |
Χρήσεις των εσωτερικών υδάτων, προβλήματα και τρόποι αντιμετώπισης |
|
7.1. Κατανάλωση υδατικών πόρων
Παρόλο που η Γη ονομάζεται γαλάζιος πλανήτης, το 97,5% του νερού έχει πολύ υψηλή περιεκτικότητα σε άλατα, με αποτέλεσμα να μην είναι κατάλληλο για χρήση από τον άνθρωπο. Από το υπόλοιπο 2,5%, μεγάλο ποσοστό (περίπου 80%) σχηματίζει τα παγόβουνα της Αργεντινής και τις Γροιλανδίας, τα οποία είναι απαραίτητα για τη διατήρηση του κλίματος της Γης. Από το υπόλοιπο 20%, μόνο το 1% ανήκει στα επιφανειακά ύδατα, ενώ το περισσότερο βρίσκεται στους υπόγειους υδροφορείς.
Από το νερό που καταναλώνει ο άνθρωπος παγκοσμίως, το 65% χρησιμοποιείται στη γεωργία, το 25% στη βιομηχανία και μόλις το 10% στην οικιακή κατανάλωση. Όσον αφορά στην οικιακή κατανάλωση του νερού, το 30% χρησιμοποιείται για προσωπική υγιεινή, το 30% για πλυντήρια και πλυντήρια πιάτων, το 35% στο καζανάκι της τουαλέτας και μόνο το 5% για πόση και μαγείρεμα. Στο δυτικό κόσμο (Ευρώπη, Αμερική) για τις οικιακές χρήσεις καταναλώνονται περίπου 150 λίτρα νερού κατά άτομο, καθημερινά.
7.1.1. Γεωργία
Στην Ελλάδα περίπου το 84% του νερού καταναλώνεται στη γεωργία. Χαρακτηριστικό είναι ότι η Ελλάδα σήμερα διαθέτει εκτεταμένα αρδευτικά δίκτυα σε συνολική έκταση αναλογικά μεγαλύτερη από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Τα δίκτυα αυτά αφορούν κυρίως σε άρδευση από επιφανειακά νερά, παράλληλα, όμως, λειτουργεί σημαντικός αριθμός νόμιμων, αλλά και παράνομων γεωτρήσεων για ιδιωτική άρδευση, τα οποία πηγάζουν από τους υπόγειους υδροφορείς. Ωστόσο, οι υδατικοί πόροι είναι πεπερασμένοι, με αποτέλεσμα να υπόκεινται σε ποσοτική και ποιοτική υποβάθμιση λόγω της αυξανόμενης χρήσης τους, ιδιαίτερα σε περιόδους μακράς ξηρασίας. Η σταδιακή μείωση της στάθμης του νερού των υδροφορέων συχνά επιφέρει εισροή νερού από τη θάλασσα, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η αλατότητα του νερού και να είναι ακατάλληλο για χρήση. Το πρόβλημα της λειψυδρίας επιβαρύνεται με το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Η αύξηση της θερμοκρασίας της γης αυξάνει το ρυθμό εξάτμισης του νερού από τις λίμνες, με αποτέλεσμα να μην αντισταθμίζεται από το ρυθμό εισροής νερού από τα ποτάμια.
Στην Ελλάδα, για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της λειψυδρίας και η υποβάθμιση του νερού, πραγματοποιούνται εγγειοβελτιωτικά έργα (π.χ. φράγματα, εκτροπές ποταμών). Τέτοια έργα γίνονται από την αρχαιότητα (Μινωική Εποχή, Πεισιστράτειο και Αδριάνειο Υδραγωγείο). Ωστόσο, τα μεγάλα αυτά έργα έχουν συνήθως αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Το φράγμα είναι ένα τεχνικό έργο που κατασκευάζεται κάθετα στην κοίτη ενός φυσικού ρεύματος (ποταμού) για την αποκοπή της ροής, με σκοπό την αποθήκευση, παροχέτευση ή ανάσχεση της πλημμυρικής παροχής του ρεύματος. Η κατασκευή ενός φράγματος μελετάται ανάλογα με το σκοπό που πρόκειται να εξυπηρετήσει (άρδευση, παραγωγή ενέργειας κ.ά.) και επιλέγεται ο τύπος και οι απαιτούμενες διαστάσεις του. Τα φράγματα είναι έργα ιδιόμορφα και δεν είναι δυνατό να τυποποιηθούν. Κάθε φράγμα έχει τη δική του λειτουργικότητα, τους δικούς του φυσικούς παράγοντες και το δικό του φυσικό περιβάλλον. Στην Ελλάδα, φράγματα υπάρχουν σχεδόν σε όλα τα μεγάλα ποτάμια. Η κατασκευή ενός φράγματος περιορίζει τις ποσότητες νερού και θρεπτικών συστατικών που φτάνουν στα χαμηλότερα επίπεδα, στις καλλιέργειες και στη θάλασσα. Επιπλέον, περιορίζεται η μεταφορά φερτής ύλης που αναπληρώνει τις ποσότητες που χάνονται από τη διάβρωση των παράκτιων περιοχών. Πολύ σημαντικές είναι και οι επιπτώσεις στους οργανισμούς, καθώς είδη ψαριών, όπως ο σολομός που αφήνει τα αυγά του κοντά στις πηγές των ποταμών, τα χέλια που, ενώ ζουν στις λίμνες και τα ποτάμια, αφήνουν τα αυγά τους στο θαλάσσιο περιβάλλον, ή κάποια υδρόβια θηλαστικά, όπως είναι η βίδρα, δεν μπορούν μετά τη δημιουργία φραγμάτων να ταξιδέψουν μέσα στο ποτάμι. Για να διευκολύνεται η διέλευση των ψαριών και των θηλαστικών, κατασκευάζονται στα φράγματα ειδικά πορτάκια.
Παρόμοια προβλήματα επιφέρουν και οι εκτροπές ποταμών, γι’ αυτό και πολλές περιβαλλοντικές οργανώσεις (Μεσόγειος SOS, Greenpeace, WWF) και ευρωπαϊκοί φορείς διαμαρτύρονται για την εκτροπή του Αχελώου. Σύμφωνα με τη WWF, το έργο αυτό θεωρείται ως παράδειγμα προς αποφυγή, η δε Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αρνηθεί τη χρηματοδότησή του, επειδή θεωρεί ότι το έργο αυτό εναντιώνεται στις περιβαλλοντικές οδηγίες που έχουν υπογράψει τα κράτη μέλη. Μέχρι το 2005 ο Άρειος Πάγος είχε κρίνει το έργο παράνομο, μια απόφαση που αναιρέθηκε το 2006, όταν το έργο θεωρήθηκε εθνικής σημασίας. Σύμφωνα με τη WWF, το έργο αυτό θα προσφέρει μεν προσωρινή λύση στο πρόβλημα της λειψυδρίας, αλλά θα επιφέρει μη αναστρέψιμες περιβαλλοντικές μεταβολές σε περιοχές υψίστης οικολογικής σημασίας. Σε έκθεσή της αναφέρει ότι πολλά από τα διεθνώς προστατευόμενα είδη, όπως η βίδρα (Lutralutra) και η πέστροφα (Salmotrutta) μπορεί να εξαφανισθούν από την περιοχή του Αχελώου, εάν πραγματοποιηθεί η εκτροπή του ποταμού, λόγω της καταστροφής των οικότοπων τους. Επίσης, τα παρθένα παραποτάμια δασικά οικοσυστήματα θα καταστραφούν κατά τη διάρκεια των εργασιών και θα ζημιωθούν από την απώλεια του νερού. Η καταστροφή των οικοσυστημάτων αυτών ενδέχεται να επηρεάσει και τους πληθυσμούς άλλων ειδών, όπως ο γκρίζος λύκος (Canislupus), η αγριόγατα (Felissilvestris) και το ελάφι (Capreoluscapreolus).
Λόγω της απουσίας θεσμικού πλαισίου σχετικά με τη χρήση του νερού δεν υπάρχει κανένας έλεγχος στην ποσότητα του νερού που καταναλώνεται για άρδευση, ιδίως στις καλλιέργειες που απαιτούν πολύ μεγάλες ποσότητες νερού, όπως το βαμβάκι και το ρύζι. Αυτό έχει συχνά ως αποτέλεσμα, η περίσσεια νερού που χρησιμοποιείται να μην απορροφάται από το έδαφος και είτε να εξατμίζεται είτε να καταλήγει στη θάλασσα. Στο πλαίσιο της ολοκληρωμένης διαχείρισης των υδατικών πόρων, ο περιορισμός των ποσοτήτων του νερού που χρησιμοποιούνται στη γεωργία μπορεί να επιτευχθεί με τη βελτίωση των αρδευτικών υποδομών (επισκευή και συντήρηση), την προώθηση καλλιεργειών που απαιτούν λιγότερο νερό (ξηρικές καλλιέργειες), την αξιοποίηση επικλινών εδαφών με τη διαμόρφωση αναβαθμίδων και την υιοθέτηση κατάλληλων πρακτικών (π.χ. το πότισμα να γίνεται νωρίς το πρωί ή το βράδυ, ώστε να μειώνονται οι απώλειες νερού).
7.1.2. Βιομηχανία
Στη βιομηχανία χρησιμοποιούνται μεγάλες ποσότητες νερού για την κατασκευή, την επεξεργασία και τον καθαρισμό των προϊόντων. Οι βιομηχανίες παραγωγής χάρτου, τροφίμων, χημικών και επεξεργασίας μετάλλων και πετρελαίου χρησιμοποιούν τις μεγαλύτερες ποσότητες νερού. Για παράδειγμα, για να κατασκευαστεί ένα αυτοκίνητο χρειάζονται 120.000 λίτρα νερού, χωρίς να υπολογίζεται το νερό που χρειάζεται για να παραχθούν κάποια επιμέρους κομμάτια, όπως οι καθρέπτες, τα χερούλια στις πόρτες οι ζώνες, ή το ραδιόφωνο.
Υπάρχουν ειδικά συστήματα ανακύκλωσης του νερού που χρησιμοποιείται στις βιομηχανίες, τα οποία μετά από ειδική επεξεργασία το καθιστούν κατάλληλο για άρδευση γεωργικής γης και σε πολλές χώρες με σημαντικό πρόβλημα λειψυδρίας (π.χ. Ισραήλ και Κύπρος), ακόμη και για ύδρευση (μετά από βιολογικό καθαρισμό).
7.1.3.Ύδρευση - οικιακή κατανάλωση
Το νερό για ύδρευση προέρχεται είτε από τους υπόγειους υδροφορείς είτε από τα επιφανειακά ύδατα (λίμνες, ποτάμια, ταμιευτήρες). Τα αποθέματα που βρίσκονται στα υπόγεια ύδατα έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε διαλυμένες ουσίες, οπότε δεν είναι διαθέσιμα προς άμεση κατανάλωση. Οι αλλαγές του κλίματος (αύξηση της θερμοκρασίας, μείωση των βροχοπτώσεων) μειώνουν τα αποθέματα νερού, ενώ την ίδια στιγμή η κατανάλωσή του αυξάνεται. Στη Μεσόγειο η κατανομή των αποθεμάτων είναι άνιση, με μικρότερη διαθεσιμότητα στο νότο. Η Μάλτα και η Κύπρος έχουν το μεγαλύτερο πρόβλημα, ενώ σε πολλές χώρες η άντληση νερού ξεπερνάει το βιώσιμο όριο του 50% των αποθεμάτων τους. Χαρακτηριστικά, στην Αίγυπτο και στο Ισραήλ αντλείται ήδη το 90% των αποθεμάτων. Στην Ελλάδα η μεγαλύτερη έλλειψη παρατηρείται νοτιοανατολικά και στα νησιά του Αιγαίου, όπου τα επιφανειακά ύδατα είναι πολύ λίγα και το νερό που καταναλώνεται προέρχεται κυρίως από τους υπόγειους υδροφορείς. Λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς του σε άλατα, το νερό αυτό δεν είναι κατάλληλο για πόση, με αποτέλεσμα τα νησιά αυτά να καλύπτουν τις ανάγκες τους με άλλους τρόπους (εμφιαλωμένο νερό, υδροφόρες, αφαλάτωση). Η χρήση του νερού στα νησιά του Αιγαίου αυξάνεται κατά τους καλοκαιρινούς μήνες με το μαζικό τουρισμό, γεγονός που έχει άμεσες συνέπειες στις ποσότητες νερού που αντλούνται από τους υδροφορείς.
Στο πλαίσιο της ολοκληρωμένης διαχείρισης των υδατικών πόρων, προτείνονται νέες πρακτικές που μπορούν να ακολουθούνται στην καθημερινή ζωή, οι οποίες μπορούν να μειώσουν δραστικά την ποσότητα νερού που καταναλώνεται. Για παράδειγμα:
α) Να ανοίγουμε τη βρύση μόνο για όσο χρόνο χρειάζεται (π.χ. να μην αφήνουμε το νερό να τρέχει, όταν πλένουμε τα δόντια μας ή τα πιάτα).
β) Να πλένουμε τα ρούχα και τα πιάτα μόνο όταν το πλυντήριο είναι γεμάτο.
γ) Να προτιμάμε να κάνουμε ντους, αντί να γεμίζουμε με νερό την μπανιέρα.
δ) Να ποτίζουμε τον κήπο νωρίς το πρωί ή αργά το βράδυ.
Άλλες πρακτικές αναφέρονται στη συλλογή του νερού της βροχής σε δεξαμενές, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για το πότισμα και την καθαριότητα του σπιτιού. Επίσης, σε παρόμοιες δεξαμενές θα μπορούσε να συγκεντρώνεται και το λεγόμενο "γκρίζο" νερό του σπιτιού μας, δηλαδή το νερό που έχουμε ήδη χρησιμοποιήσει στο νιπτήρα του μπάνιου ή τη μπανιέρα, το οποίο μπορεί στη συνέχεια να χρησιμοποιείται για το καζανάκι της τουαλέτας ή για πότισμα. Αυτά τα συστήματα είναι αρκετά διαδεδομένα στις Η.Π.Α. και στην Αυστραλία και πρόσφατα έχουν κάνει την εμφάνισή τους και στην Ευρώπη (εικόνα 49).
Εικόνα 49: Ανακύκλωση «γκρίζου» νερού στο σπίτι
Πηγή: http://www.csep.co.uk
7.2. Ανθρωπογενείς δραστηριότητες που υποβαθμίζουν
τα εσωτερικά ύδατα
7.2.1 Γεωργία
Η εύκολη πρόσβαση σε νερό, αλλά και η παραγωγικότητα των υγροτοπικών και των γειτονικών τους περιοχών έχει ως αποτέλεσμα την εκτεταμένη χρήση τους ως καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Για την επέκταση των καλλιεργούμενων εκτάσεων συχνά γίνονται εκχερσώσεις ή και συνολικές αποξηράνσεις υγροτόπων. Κατά τον 20ο αιώνα οι αποξηράνσεις ήταν συνήθης πρακτική στην Ελλάδα, όπου αποξηράνθηκε περίπου το 60% των ελληνικών υγροτόπων. Παραδείγματα τέτοιων αποξηράνσεων υπάρχουν πολλά, με πιο χαρακτηριστικό αυτό της λίμνης Κάρλας στη Θεσσαλία. Η λίμνη Κάρλα ήταν πλούσια σε ψάρια και στις όχθες της υπήρχαν υγρολίβαδα που φιλοξενούσαν πολλά πουλιά και ζώα. Το 1952 κατασκευάστηκε ένα μικρό φράγμα στον Πηνειό, για να συγκρατεί τα νερά που τροφοδοτούσαν τη λίμνη και να μειωθεί η επιφάνειά της, ώστε η γύρω περιοχή να χρησιμοποιηθεί για καλλιέργειες και για βοσκοτόπια. Αυτό είχε ολέθριες περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Αρχικά, μειώθηκε το ποσοστό γλυκού νερού που εισχωρούσε στη λίμνη, οπότε, λόγω εξάτμισης, αυξήθηκε η αλατότητα του νερού και μειώθηκε ο αριθμός των ψαριών. Μετά από 10 χρόνια, η λίμνη δεν ήταν πια παραγωγική, οπότε και αποφασίστηκε η αποξήρανσή της. Μετά την αποξήρανση της λίμνης όμως δεν υπήρχε επιφανειακό νερό για την άρδευση, οπότε οι ανάγκες των καλλιεργειών σε νερό καλύφθηκαν από τον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα με γεωτρήσεις. Η κατασκευή φραγμάτων, οι εκτροπές ποταμών, οι εκχερσώσεις και οι αποξηράνσεις αποτελούν ανθρωπογενείς επεμβάσεις στα υδάτινα οικοσυστήματα επιφανειακών υδάτων, οι οποίες θα πρέπει να γίνονται μετά από ενδελεχείς μελέτες των περιβαλλοντικών τους επιπτώσεων, καθώς προκαλούν διατάραξη της ισορροπίας των οικοσυστημάτων αυτών, μείωση της βιοποικιλότητας και, μακροχρόνια, δεν μπορούν να εξυπηρετούν το σκοπό για τον οποίο και έγιναν.
Επιπλέον, η χρήση μεγάλων ποσοτήτων λιπασμάτων στις εντατικές καλλιέργειες προκαλεί φαινόμενα ευτροφισμού στα στάσιμα επιφανειακά ύδατα και οδηγεί στη μείωση της βιοποικιλότητας (εικόνα 50). Τα γεωργικά φάρμακα που χρησιμοποιούνται στις καλλιέργειες καταλήγουν στα επιφανειακά ύδατα με τα νερά της βροχής και έχουν τοξικές συνέπειες για τους οργανισμούς που ζουν εκεί.
Εικόνα 50: Ευτροφισμός
7.2.2. Κτηνοτροφία
Οι υγρότοποι είναι περιοχές που συχνά χρησιμοποιούνται για τη βόσκηση ζώων. Χαρακτηριστικό ζώο των υγροτοπικών βοσκότοπων ήταν παλαιότερα το βουβάλι, το οποίο, όμως, έχει περιοριστεί πλέον δραματικά σε ελάχιστα εναπομείναντα κοπάδια στον Αξιό, το Γαλλικό, τη Βόλβη, τις Πρέσπες, την Κερκίνη, το Νέστο και τη Βιστωνίδα. Η υπερβόσκηση των υγροτοπικών λιβαδιών μειώνει τη βλάστησή τους και επηρεάζει πολλά άλλα είδη που βρίσκουν καταφύγιο και τροφή εκεί. Ο μεγάλος αριθμός ζώων μπορεί να προκαλέσει αποσταθεροποίηση στις όχθες, διατάραξη των χώρων ωοτοκίας των ψαριών και καταστροφή των φωλιών των ζώων που είναι κοντά στο έδαφος. Για να αποφευχθούν τέτοια προβλήματα, θα πρέπει να επιτρέπεται η χρήση των υγρότοπων για τη βόσκηση ζώων, όπως τα βουβάλια, αλλά θα πρέπει να είναι αυστηρά ελεγχόμενη, ώστε ο αριθμός των ζώων να μην ξεπερνάει τη φέρουσα ικανότητα της κάθε περιοχής.
7.2.3. Αλιεία
Στην Ελλάδα η αλιεία στα επιφανειακά νερά δεν είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη, παρολαυτά όμως, συνεχώς αυξάνεται, σύμφωνα με το Υπουργείο Γεωργίας. Στην αλιεία των επιφανειακών υδάτων απασχολούνται πάνω από 1.500 επαγγελματίες, των οποίων η δραστηριότητα ασκείται από 800 επαγγελματικά σκάφη, στη συντριπτική τους πλειονότητα ξύλινα, παλαιά σκάφη μικρών διαστάσεων. Η έλλειψη σύγχρονης τεχνολογίας, η υποβάθμιση των υδάτινων πόρων σε συνδυασμό με τις χαμηλές κατά μέσο όρο τιμές πώλησης των προϊόντων, έχουν περιορίσει την ανάπτυξη της δραστηριότητας αυτής. Η αξιοποίησή των επιφανειακών υδάτων θα πρέπει να στηρίζεται σε μέτρα ορθολογικής διαχείρισης και προστασίας των πόρων και στην τόνωση των αποθεμάτων με ενέργειες εμπλουτισμού. Τα πιο σημαντικά αλιεύσιμα είδη είναι ο γουλιανός, ο κυπρίνος, το τσιρόνι και η πέστροφα.
Εκτός από τα αυτόχθονα είδη που αλιεύονται, 23 ξενικά είδη έχουν εισαχθεί στις ελληνικές λίμνες με σκοπό την ανάπτυξη της εσωτερικής αλιείας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πρικί (Perca fluvialitis) το οποίο εισήχθη στη λίμνη της Καστοριάς τη δεκαετία του ‘30 με στόχο την ενίσχυση της εγχώριας αλιείας. Παρολαυτά έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα καταστροφικό για το περιβάλλον, μιας και είναι ένας από τους μεγαλύτερους θηρευτές της λίμνης και ο πληθυσμός του έχει αυξηθεί πολύ, περιορίζοντας τα άλλα είδη της λίμνης. Το πιο γνωστό παγκόσμιο παράδειγμα εισαγωγής ξενικών ειδών, με στόχο την αλιεία, είναι η πέρκα του Νείλου. Το είδος αυτό εισήχθη στη λίμνη Ταγκανίκα λόγω της εύγευστης σάρκας του και της αυξημένης ζήτησής του από τους ευρωπαίους καταναλωτές, όμως επικράτησε σε βάρος των αυτόχθονων ειδών. Συχνά, τα ξενικά είδη δρουν ανταγωνιστικά έναντι στους αυτόχθονους οργανισμούς όσον αφορά στη διαθεσιμότητα χώρου και τροφής. Επιπλέον, τα εισαγόμενα αυτά είδη συχνά δεν έχουν φυσικούς εχθρούς, με αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα. Η εισαγωγή ξενικών ειδών στα εσωτερικά ύδατα μπορεί να γίνει και ακούσια ως αποτέλεσμα διάνοιξης αρδευτικών καναλιών. Στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται για είδη αυτόχθονα σε γειτονικούς υγρότοπους, οπότε η εισαγωγή τους δεν επιφέρει σημαντικές αλλαγές στο οικοσύστημα.
Αντίστοιχη περίπτωση εισαγωγής φυτικών ξενικών ειδών που προκάλεσε σημαντικά οικολογικά προβλήματα, είναι η εισαγωγή υδρόβιων υάκινθων σε πολλές λίμνες στην Ινδία και στην Αμερική, με σκοπό την καταπολέμηση της ελονοσίας. Παρόλο που πέτυχαν το σκοπό τους, οι υάκινθοι έχουν πλέον καλύψει την επιφάνεια των λιμνών αυτών, προκαλώντας μείωση της έντασης του φωτός και του οξυγόνου στο νερό. Πολλά φυτά και ζώα δεν αντέχουν τις συνθήκες αυτές και πεθαίνουν.
7.2.4. Υδατοκαλλιέργειες
Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία του υπουργείου Γεωργίας, μέχρι το τέλος του 2000 λειτουργούσαν συνολικά 100 μονάδες πεστροφοκαλλιέργειας και καλλιέργειας σολομού, καθώς επίσης, και 10 μονάδες καλλιέργειας χελιών. Υπάρχουν, όμως, και άλλες μονάδες καλλιέργειας που παράγουν κεφαλοειδή, τιλάπια, γατόψαρο, οξύρυγχο, τσιπούρα και λαβράκι. Τελευταία παρατηρείται ενδιαφέρον στην παραγωγή και άλλων, πέραν των παραπάνω παραδοσιακών ειδών, όπως ψάρια και αμφίβια για ενυδρεία σε εντατικά συστήματα παραγωγής. Οι ιχθυοκαλλιέργειες στα εσωτερικά νερά γίνονται με τη βοήθεια πλωτών ιχθυοκλωβών, και αποτελούν μια διαδικασία σχετικά εύκολη σε σχέση με τις θαλάσσιες υδατοκαλλιέργειες. Ωστόσο, εκτός από την πυκνότητα και τη διάρκεια παραμονής των καλλιεργούμενων ειδών, θα πρέπει να εκτιμηθούν και οι υδρολογικές, φυσικοχημικές και βιολογικές συνθήκες που επικρατούν στον τοπικό υδατικό χώρο, οι οποίες είναι δυνατόν να επηρεάσουν το υδάτινο περιβάλλον και, κατ’ επέκταση, τα εκτρεφόμενα είδη. Για παράδειγμα, για τη σωστή καλλιέργεια της πέστροφας απαιτούνται νερά γρήγορης ροής και θερμοκρασίας 14οC ακόμα και τους καλοκαιρινούς μήνες. Οι ιχθυοκαλλιέργειες, όταν δεν γίνονται σωστά, εμπλουτίζουν το υδάτινο οικοσύστημα με θρεπτικά άλατα και προκαλούν ευτροφισμό. Η κυριότερη πηγή αυτών των θρεπτικών αλάτων είναι η τροφή που δεν καταναλώνεται και τα άπεπτα συστατικά τροφής. Ωστόσο, η σωστή διαχείριση των μονάδων μπορεί να επιφέρει σημαντικά οικονομικά οφέλη και να μειώσει την αλιεία των άγριων ειδών. Επιπλέον, στους υγρότοπους αναπτύσσονται και εκτροφεία γουνοφόρων ζώων.
7.2.5. Βιομηχανία
Αν και στην Ελλάδα το μεγαλύτερο ποσοστό της βιομηχανίας συγκεντρώνεται στην παράκτια ζώνη, εν τούτοις αρκετές βιομηχανικές μονάδες βρίσκονται δίπλα σε ποτάμια και λίμνες. Οι πιο σημαντικές από αυτές, είναι μονάδες επεξεργασίας τροφίμων, ζάχαρης και γαλακτοκομικών προϊόντων. Οι βιομηχανίες χρησιμοποιούν νερό κατά την παρασκευή των προϊόντων, αλλά και για την απομάκρυνση των λυμάτων τους. Τα βιομηχανικά απόβλητα απελευθερώνουν βαρέα μέταλλα, όπως είναι το κάδμιο, το μαγγάνιο, ο χαλκός και ο μόλυβδος, στο περιβάλλον. Η παρουσία βλαβερών χημικών ουσιών στο νερό προκαλεί αλλαγές στο οικοσύστημα και πολλά ζώα μπορεί να μην αντέξουν αυτές τις αλλαγές στην ποιότητα του νερού. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η ρύπανση του νερού δεν είναι ορατή και είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιας αποδοχής λυμάτων από τον υδάτινο όγκο. Η μακροχρόνια ρύπανση της λίμνης Κορώνειας της επαρχίας Λαγκαδά, στο νομό Θεσσαλονίκης προκάλεσε τον Αύγουστο του 2004 το θάνατο σε πάνω από 30.000 υδρόβια και παρυδάτια πουλιά τα οποία βρίσκονταν στη μεταναστευτική τους περίοδο. Το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου ακολούθησαν μαζικοί θάνατοι τριών τουλάχιστον ειδών ψαριών που ζουν στη λίμνη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την απαγόρευση της αλιείας στη λίμνη, της βόσκησης στη γύρω περιοχή και της προσέγγισης των πολιτών. Η ρύπανση του νερού δεν επιβαρύνει μόνο τους υδρόβιους φυτικούς ή ζωικούς οργανισμούς, αλλά έχει επιπτώσεις και στους καταναλωτές των οργανισμών αυτών, ιδιαίτερα σε αυτούς που βρίσκονται ψηλά στην τροφική αλυσίδα, όπως ο άνθρωπος, γι’ αυτό και οι Αρχές απαγόρευσαν όλες τις δραστηριότητες στη λίμνη. Παρόλο που στην Ελλάδα δεν αποτελεί σημαντικό πρόβλημα, σε χώρες με πυρηνικά εργοστάσια, σημαντική είναι και η ραδιενεργός ρύπανση των νερών. Το πρόβλημα της ρύπανσης αντιμετωπίζεται με καλύτερους ελέγχους στα απόβλητα των βιομηχανιών και καλύτερη εφαρμογή της υπάρχουσας νομοθεσίας. Οι σύγχρονες μέθοδοι επεξεργασίας βιομηχανικών αποβλήτων, όπως οι βιολογικοί καθαρισμοί, είναι απαραίτητοι για όλες τις βιομηχανίες.
Στη βιομηχανία το νερό χρησιμοποιείται για να διατηρεί σταθερή τη θερμοκρασία των πυρηνικών αντιδραστήρων των μονάδων παραγωγής ενέργειας, αλλά και των μηχανών βαρέων βιομηχανιών (διυλιστήρια, εργοστάσια πετροχημικών). Τα εργοστάσια αυτά παίρνουν κρύο νερό και το επιστρέφουν θερμότερο, με αποτέλεσμα να αλλάζουν τη θερμοκρασία του νερού. Η θερμοκρασία του νερού παίζει καθοριστικό ρόλο στα οικοσυστήματα των επιφανειακών υδάτων, με αποτέλεσμα η αύξησή της να επιφέρει σημαντικές μεταβολές. Για την αποφυγή αυτών των προβλημάτων, η διάχυση του θερμού νερού πρέπει να γίνεται σταδιακά και σε πολλαπλά σημεία ή να χρησιμοποιούνται εναλλακτικοί τρόποι ψύξης (ξηρή ψύξη).
Οι βιομηχανίες ευθύνονται σε μεγάλο ποσοστό και για την ατμοσφαιρική ρύπανση, η οποία μπορεί να προκαλέσει όξυνση των επιφανειακών υδάτων μέσω της όξινης βροχής. Το 1970 εντοπίστηκαν 18.000 λίμνες στη Σουηδία με πολύ αυξημένη οξύτητα, ενώ στις μισές από αυτές ο πληθυσμός των ψαριών είχε μειωθεί δραματικά. Οι οικολογικές επιδράσεις της όξινης βροχής είναι ιδιαίτερα φανερές στα υδάτινα οικοσυστήματα. Το φυσικό pH των περισσοτέρων λιμνών και των ποταμών είναι μεταξύ 6 και 8. Οι λίμνες και τα ποτάμια γίνονται όξινα (δηλαδή, η τιμή του pH πέφτει), όταν το νερό και το έδαφος που το περιβάλλει δεν μπορεί να εξουδετερώσει την οξύτητα της βροχής. Σε περιοχές όπου παρατηρείται υπερβολική μείωση του pH, απελευθερώνεται άργιλος από το έδαφος, ο οποίος είναι πολύ τοξικός για πολλά είδη υδρόβιων οργανισμών.
7.2.6. Υδροηλεκτρική Ενέργεια
Μέσω των φραγμάτων και της αξιοποίησης της δυναμικής ενέργειας του νερού παράγεται υδροηλεκτρική ενέργεια. Η υδροηλεκτρική ενέργεια θεωρείται μία καθαρή μορφή ενέργειας (δηλαδή, δεν παράγει διοξείδιο του άνθρακα), όμως η κατασκευή φραγμάτων μπορεί να αποβεί επιζήμια για το περιβάλλον και γι' αυτό απαιτείται μελέτη των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που θα επιφέρει ένα φράγμα κατά το σχεδιασμό και την κατασκευή του.
7.2.7. Τουρισμός
Τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί σημαντική αύξηση του τουρισμού στα ποτάμια και τις λίμνες. Αυτή η τουριστική ανάπτυξη έχει προκαλέσει αύξηση των αστικών αποβλήτων. Τα αστικά απόβλητα περιέχουν οργανικές και ανόργανες ουσίες που ρυπαίνουν το περιβάλλον και προκαλούν φαινόμενα ευτροφισμού. Επίσης, έχουν αυξημένη συγκέντρωση σε παθογόνους οργανισμούς (π.χ. κολοβακτηρίδια Ε.coli.) που μπορεί να προκαλέσουν ασθένειες σε ανθρώπους και ζώα. Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα αυτό, τα αστικά κέντρα υποχρεούνται να έχουν βιολογικούς καθαρισμούς, οι οποίοι να αντέχουν και την επιβάρυνση της τουριστικής περιόδου. Εκτός από τα επιφανειακά ύδατα, τα αστικά απόβλητα ρυπαίνουν και τα υπόγεια νερά. Η επιβάρυνση των υπόγειων υδάτων μπορεί να γίνει είτε έμμεσα μέσω των επιφανειακών υδάτων ή άμεσα λόγω διαρροών από τους βόθρους.
Εξαιτίας της φυσικής τους ομορφιάς τα οικοσυστήματα επιφανειακών υδάτων προσφέρονται για αναψυχή και εναλλακτικές μορφές τουρισμού (αγροτουρισμός, αθλητικός τουρισμός κ.ά.) Ο οικοτουρισμός είναι μια μορφή εναλλακτικού τουρισμού που περιλαμβάνει την παρατήρηση πουλιών και τη γνωριμία με τη φύση. Όμως, σε μια ευαίσθητη περιοχή, ακόμα και ένας μικρός αριθμός τουριστών μπορεί να προκαλέσει προβλήματα. Οι τουριστικές δραστηριότητες που επηρεάζουν τους υγρότοπους είναι η κατάβαση ποταμών, είτε με τα πόδια είτε με canoe/kayak/rafting και η παρατήρηση των πουλιών. Ο οικοτουρισμός θα πρέπει να γίνεται με σεβασμό προς το περιβάλλον. Για παράδειγμα, στη λίμνη Κερκίνη οι τουριστικές βάρκες αποφεύγουν να προσεγγίσουν τις περιοχές όπου τα πουλιά αναπαράγονται στις εποχές που συμβαίνει αυτό.
7.2.8. Αμμοληψίες
Αμμοληψία είναι η αφαίρεση άμμου από την κοίτη ποταμών, των λιμνών ή από τις ακτές των θαλασσών με τη βοήθεια μηχανικών μέσων (μηχανήματα εξόρυξης, σωλήνες μεταφοράς, ειδικά διαμορφωμένες βάρκες κ.ά.). Η άμμος χρησιμοποιείται ως δομικό υλικό στις οικοδομές και την οδοποιία. Εκτός από την άμμο, εξορύσσεται και τύρφη από τους βαλτώδεις υγρότοπους. Η τύρφη είναι οργανικό υλικό που δεν έχει αποσυντεθεί πλήρως, με αποτέλεσμα να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο ή ως λίπασμα. Επειδή πρόκειται για υλικό σε ημιαποσύνθεση, η καύση του απελευθερώνει μεγάλες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα, με αποτέλεσμα να ενισχύει το φαινόμενο του θερμοκηπίου.
Στην Ελλάδα οι παράκτιες αμμοληψίες απαγορεύονται, ενώ οι αμμοληψίες στις κοίτες των ποταμών υπόκεινται σε περιορισμούς. Μολονότι οι αμμοληψίες από τις κοίτες των ποταμών αποτρέπουν τη μεταφορά φερτών υλών κατά τις περιόδους των βροχών, περιορίζοντας έτσι τον κίνδυνο πλημμύρων, αποτελούν μία από τις πιο ζημιογόνες ανθρωπογενείς δραστηριότητες. Οι αμμοληψίες διαταράσσουν τα βενθικά και τα παρόχθια τμήματα των οικοσυστημάτων των επιφανειακών υδάτων, μέσα στα οποία ζουν πολλοί οργανισμοί. Για το λόγο αυτό οι αμμοληψίες είναι αυστηρά ελεγχόμενες και απαγορεύονται σε περιοχές που είναι σημαντικές για τα πουλιά. Δυστυχώς, παρά τις απαγορεύσεις, οι δραστηριότητες αυτές συνεχίζονται προκαλώντας σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Για παράδειγμα, εκτιμάται ότι στην περιοχή του Δέλτα του Αξιού, η οποία θεωρείται προστατευόμενη, περίπου 250 στρέμματα έχουν καταστραφεί και ότι η εντατική αμμοληψία στο σημείο αυτό έχει μετατοπίσει την κοίτη του ποταμού. Επομένως, θα πρέπει η εφαρμογή της νομοθεσίας και οι έλεγχοι για τη χορήγηση σχετικής άδειας να είναι ιδιαίτερα αυστηροί.
|
|